Imágenes de páginas
PDF
EPUB

IDEM GRÆCE REDDITUM.

[ocr errors]

Βαλ. εγώ πάλαι δη βόσκομαι πένθος τόδε,

και νυν νοσήσω κάς υπερβολήν έτι.

η παρθένος μ' άρ' οίδεν εκπεσόντα γης; Προ. και κάρτα πρός τ' ήνεγκε της γνώμης ύπερ

(ή, μη μεταγνωσθείσα, κυρίως έχει)
θάλασσαν υάλων, δάκρυα δή λέγοι τις άν,
πατρι σκυθρώπω προς πόδας δωρουμένη:
και μην καθηκε σωμα γονυπετες χαμαι
τω χείρε συνθλίβουσα τω λευκωλένω,
ως ώχριώσα νυν γε πρώτον άλγεσιν.
αλλ' ουδε σώμα γονυπετες χειρών θ' άμα
αγνών ορέγματ, ουδε παμμακείς γόοι,
ου δεινά δη στενάγματ, ουκ ισάργυρα
δάκρυα τοσούτον έσθεν' ώστ' ώμόφρονος
πατρος μαλάσσειν δυσπαραιτήτους φρένας.
τον άνδρ' ανάγκη κατθανείν, εάν άλω.
προς δ', ήν εκείνος ές τοσούτ' ωργισμένος
τη προστροπαίω σην μεταλλάξαι φυγήν
αιτουμένη τοτ', ώστε της ανεκβάτου
έκέλευσε την παιδ' εντός είργεσθαι στέγης,

μενειν εκεί νιν πόλλ' απειλήσας πικρώς.
Βαλ. παύσαι συ γ, ει μη τούθ', ο νυν λέξεις, έπος
πληγήν κακούργον θανάσιμον τ' εμοί φέρει.

g
είδ' εστί σοι τοιούτο, λίσσομαι, σύ μου
πνεύσον δι' ώτων και γαρ ύστατάν τότε

λύπης κλύοιμι της απείρονος μέλη. Προ, παύσαι στενάζων ών άρηξιν ουκ έχεις,

όπως δ' άρήγης νυν άπερ στένεις όρα:
τρέφει μεν άγαθ', όσ' έστι, και τίκτει χρόνος:
ήν τήδε μίμνης, την ερωμένην ιδεών
ού σοι πάρεσται προς δε και τόδ' εννόει,
βραχύς μένοντί σοι βίος γενήσεται.
τους δήτ' έρωσιν ελπίδες βακτηρία:
επί τηδ' έρεισθείς βαίνε την ενθένδ' οδόν,
νίκα δε τανέλπιστον εύ πεφραγμένος.
σου δήτ' απόντος σαις όμως επιστολαίς
εξόν παρείναι τάσδ' εμοί γεγραμμένας
εαν συ πέμψης, αυτός ες λευκόχροα
κόλπον φορήσω της ερωμένης σέθεν
αλλ' ου λέγεις προς καιρόν αντειπων τανύν.
αγ ούν προπέμψω διά πυλών πόλεως σ' εγώ,
και συμβαλούμεν πολλά, πρίν σ' απιέναι,
πάντων, όσ' εις έρωτα σον τείνει, πέρι.
της παρθένου σης oύνεκ', ου το σόν σκοπών,
όρα το δεινόν, και συνελθ' εμού μέτα.

ERNEST B. BRUTTON.

BISHOP HATTO AND THE RATS.

The summer and autumn had been so wet,
That in winter the corn was growing yet,
'Twas a piteous sight to see all around
The corn lie rotting on the ground.
Every day the starving poor
They crowded around Bishop Hatto's door,
For he had a plentiful last year's store,
And all the neighbourhood could tell
His granaries were furnished well.
At last Bishop Hatto appointed a day
To quiet the poor without delay,
He bade them to his great barn repair,
And they should have food for the winter there.
Rejoiced the tidings good to hear,
The
poor

folks flocked from far and near,
The great barn was full as it could hold
Of women and children, and young and old.
Then when he saw it could hold no more,
Bishop Hatto he made fast the door,
And whilst for mercy on Christ they call,
He set fire to the barn and burnt them all.
I' faith, 'tis an excellent bonfire ! quoth he,
And the country is greatly obliged to me,
For ridding it in these times forlorn
Of rats that only consume the corn.
So then to his palace returned he,
And he sate down to supper merrily,
And he slept that night like an innocent man ;
But Bishop Esatto never slept again.
In the morning as he entered the hall,
Where his picture hung against the wall,
A sweat like death all over him came,
For the rats had eaten it out of the frame.
As he look'd, there came a man from his farm,
He had a countenance white with alarm,
My lord, I opened your granaries this morn,
And the rats had eaten all your corn.

IDEM LATINÈ REDDITUM.

Imbribus assiduis maduere auctumnus et æstas ;

Stabat vel brumâ falce secanda seges : Quoscunque aspiceres agros, miserabile visu,

Undique frumentum putre jacebat humi. Quoque die stipat macie confecta suprema

Præsulis occlusas magna caterva fores; Namque prior fuerat solito felicior annus, ,

Largior in campis fertiliorque seges ; Tota igitur novit vicinia, quanta repleret

Frugibus immensis horrea plena Ceres. Ille diem dixit vix demum plebis ob iram

Quo fieret positâ turba quieta morâ : Confluerent omnes magna ad granaria jussit

Ut quisque in brumam promeret inde cibum. Ut primum intentas implevit nuntius aures,

Læta inopum ex omni parte caterva coit.
Cum pueris matres aderant, juvenesque senesque :

Explentur numeris horrea magna suis.
Et cum jam plures non posse includere vidit,

Obserat æratas ferreus ipse fores :
Dumque Dei auxilium miserandâ voce precantur,

Omnes supposito barbarus igne cremat. Juppiter! egregiè tollunt se incendia! tantis

Præmia mî meritis quis dare digna potest? Exstinxi mures, qui dum gravis urget egestas,

Ignavi tantum condita farra vorant.
Regales igitur quum jam rediisset ad ædes,

Accubuit dapibus lætior ipse suis.
Dormiit in lucem placide, ceu criminis insons ;

Ast oculos nunquam pressit, ut ante, sopor. Namque ut máne novo celsam incedebat in aulam,

Picta ubi pendebat pariete forma sui, Corpore manabat sudor lethalis : imago

Muribus exesa est: nil nisi ligna manent. Dum videt, e propriis accurrit villicus agris,

Cui sedet albenti dirus in ore timor. “ Cum tua nos hodiè reseravimus horrea,” clamat,

Absumpta heu fuerat muribus ista Ceres."

66

Another came running presently,
And he was as pale as pale could be,
Fly! my lord bishop, fly! quoth he,
Ten thousand rats are coming this way,
The Lord forgive you for yesterday ! !
I'll go to my tower on the Rhine, replied he,
'Tis the safest place in Germany ;
The walls are high, and the shores are steep,
And the tide is strong, and the water deep.
Bishop Hatto fearfully hastened away,
And he cross'd the Rhine without delay,
And reach'd his tower in the island, and barr’d
All the gates secure and hard.
He laid him down and closed his eyes-
But soon a scream made him arise,
He started, and saw two eyes of flame
On his pillow, from whence the screaming came.
He listen’d and look'd ;-it was only the cat ;
But the bishop he grew more fearful for that,
For she sate screaming, mad with fear,
At the army of rats that were drawing near.
For they have swum over the river so deep,
And they have climb'd the shores so steep,
And now by thousands up they crawl
To the holes and windows in the wall.

Down on his knees the bishop fell,
And faster and faster his beads did he tell,
As louder and louder drawing near
The saw of their teeth without he could hear.

And in at the window, and in at the door,
And through the walls, by thousands they pour,
And down from the ceiling, and up through the floor,
From the right and the left, from behind and before,
From within and without, from above and below,
And all at once to the bishop they go.
They have whetted their teeth against the stones,
And now they pick the bishop's bones,
They gnawed the flesh from every limb,
For they were sent to do judgment on him.

[ocr errors]

IDEM GRÆCE REDDITUM. Κ. όδ' εσθ' ο χώρος είσιθ' εύχομαι σ', άναξ:

υπαιθρία γαρ νυκτός ήδ' ύβρις κρατεί

τραχεία μάλλον ή τιν' αντέχειν βροτών. Λ. έασον. Κ.

είσω γ είσιθ', εύχομαι σ', άναξ. Λ. βούλει συ ρηξαι κήρ έμον; Κ.

ρήξαι θέλω
τόδ' αμόν αυτού μάλλον. αλλ' είσελθέ μοι.
Λ. συ δη θυέλλη διάβροχος τηδ' αγρία

δεινώς άθυμείς· θιγγάνει σέθεν τόδε.
όπου δε μείζων εγκαθίδρυται νόσος,
εκεί παρ' ουδέν έστιν η μείων. συ του
φεύγους αν άρκτον: ει δέ σ' η φυγή φέρου
πόλιον ες οίδμ', άρκτωγ ίοις αν άντιος.
ήν ησυχάζη φρών, το σώμαβρύνεται.
έμοιγε τάλλ' απήλασέκ ψύχης πάθη,
ει μη τα γ ένδον όντα, θυμαλγής ζάλη.
δεινόν γε παιδών άχαρίτων φυσαι σποράν:
αρ' ουκ όμοιον ώσπερ εί τόδε στόμα,
τροφής αμοιβής, τήνδε γ' αν δάκνοι χέρα ;
ποινή δ' έπεσται: χαιρέτω δακρύματα:
έν νυκτί δη τοιάδε μ' απέκλεισαν δόμων --
καχλάζετ' όμβροι καρτερείν καταξιω:
έν νυκτί δη τοιάδες τέκνα, τέκν' εμά
τον πατέρα και γέροντα χίμιν άφθόνως
άπαντα δόντα: φεύ φρενών εκστήσομαι

έκ τώνδε φευκτέον τάδ' ου λέξω πλέον. Κ. άναξ, σε δ' αιτώ, δεύρο, δεύρο είσελθέ μοι.

αυτός μεν ούν είσελθε, σον παύσων πόνον.
χειμών όδ' ου τα μειζόνως βλάπτοντά με
σκοπείν εάσει· σοι δ' όμως εφέψομαι
τοντι πρόσθεν συ δε πένης, άοικε σύ,
είσελθ' εγώ θεοίς είξάμενος είμ' ες λέχος.
υμείς όσουπερ τλήμονες χυπαίθριοι
ανέχεσθε τήσδε νηλέους ύβριν ζάλης
πως δήτ' άσιτοι σώματ, άστεγείς κάρα,
τρητοίσι κου στέγουσι φάκεσιν ένδυτοι
άμυνείσθε τοίωνδ' ώμότητα χειμάτων και
υμών μεν ήμέλησα, κούκ άλλως ερώ.
χλιδή, σε φάρμακο ένθαδεξευρείν πάρα
πάσχειν διδάσκου ταυτά τoίσιν άθλίοις,
ως, εί τι σοι πέρισσον, εκβάλης σφισίν,
χούτω δικαίους μάλλον ενδείξης Θεούς.

GULIELMUS THISTLE.

Λ.

« AnteriorContinuar »